εγκολπώνομαι


εγκολπώνομαι
(AM ἐγκολπῶ, -όω)
τοποθετώ στον κόλπο μου, στο στήθος ή στις τσέπες μου
μσν.- νεοελλ.
ενστερνίζομαι, αποδέχομαι ανεπιφύλαχτα («εγκολπώνομαι τις νέες ιδέες», «τὴν θείαν ἀγάπην ἐγκολπωσάμενοι»)
αρχ.
1. (για ακτή) σχηματίζω κόλπους
2. φουσκώνω τα πανιά, όπως ο άνεμος
3. (-οῡμαι) φρ. «χιτῶνα παμποίκιλον ἐνεκεκόλπωτο» — φόρεσε στολισμένο χιτώνα.

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • εγκολπώνομαι — εγκολπώνομαι, εγκολπώθηκα, (σπάν.) εγκολπωμένος βλ. πίν. 4 …   Τα ρήματα της νέας ελληνικής

  • εγκολπώνομαι — εγκολπώθηκα, εγκολπωμένος, μτβ. 1. παίρνω κάτι στην αγκαλιά μου ή στις τσέπες μου, το αγκαλιάζω ή το τσεπώνω: Εγκολπώθηκε κρυφά τα 100 ευρώ. 2. μτφ., αποδέχομαι με ευχαρίστηση, ενστερνίζομαι: Εγκολπώθηκε τις σοσιαλιστικές ιδέες …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • νεωτερίζω — (ΑΜ νεωτερίζω) [νεώτερος] επιχειρώ κάτι το καινούργιο, επιφέρω νεωτερισμούς και καινοτομίες («τὸ μὴ νεωτερίζειν περὶ γυμναστικὴν καὶ μουσικήν», Πλάτ.) νεοελλ. ασπάζομαι νεώτερες αντιλήψεις γύρω από ένα ζήτημα, εγκολπώνομαι νέα συστήματα,… …   Dictionary of Greek


Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.